WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
stop by, also US: stop in vi phrasal | informal (visit) (μεταφορικά: για επίσκεψη) | περνάω, περνώ ρ αμ |
| | I was in the neighborhood so I just thought I would stop by and visit for awhile. |
| | A family friend stopped in to see us. |
| | Ήμουνα στην γειτονιά και απλά σκέφτηκα να περάσω και να σε επισκεφτώ για λίγο. // Ένας οικογενειακός φίλος πέρασε να μας δει. |
| stop by [sth] vtr phrasal insep | informal (visit) | περνάω, περνώ ρ αμ |
| | Could you stop by the drugstore for me on your way home? |
| | Μπορείς να περάσεις από το φαρμακείο να μου πάρεις κάτι όπως θα έρχεσαι σπίτι; |